4ο μέρος ταξιδιωτικού

Ο μοτο-γύρος της Μαύρης θάλασσας: Μάιος 2012 (Μέρος Δ: Βλαδικαβκάζ, Ρωσία – Μπατούμι, Γεωργία).

Ας ξαναπιάσουμε το κουβάρι από κει που το αφήσαμε στο πρώτο μέρος: Εχουμε περάσει σχεδόν όλη τη Ρωσία αλλά και τις ημιανεξάρτητες περιοχές που είναι στο νότο και έχουμε φτάσει στο Βλαδικαβκάζ. Σε λίγο σίγουρα θα πρέπει να μπαίνουμε Γεωργία. Πάλι όμως πίσω είμαστε σκέφτομαι… Και πoυ είναι αυτός ο περίφημος Military Road για τoν οποίο έχουμε διαβάσει τόσα και τόσα;

Το φαράγγι που ενώνει τη Ρωσσία με τη Γεωργία.

Το φαράγγι που ενώνει τη Ρωσσία με τη Γεωργία.

Καθώς αφήνουμε πίσω μας τη βιομηχανική πόλη, το τοπίο αγριεύει και ομορφαίνει ταυτόχρονα. Ενα φαράγγι που εμένα τουλάχιστον μου θυμίζει έντονα την Αόστα, ανοίγεται μπροστά μας και ο δρόμος στενεύει. Από πάνω του αρχίζουν να διακρίνονται ψηλές βουνοκορφές (ο Καύκασος) που κρατάνε χιόνια. Ξεχνιόμαστε από την ομορφιά και πριν προλάβουμε να αφομοιώσουμε τις νέες εικόνες φτάνουμε στα σύνορα. Οι Ρώσοι όπως τους περιμένουμε: καλόβολοι, αλλά με τη γραφειοκρατία τους. Φωτοτυπίες και έντυπα και χαρτιά, και… Ετσι περνάει καμιά ώρα. Μετά περνάμε δυο τουνελ μέσα στο βουνό, πολύ στενά και σκοτεινά (πώς πέρασαν τα ρωσικά άρματα αναρωτιέμαι… Και φτάνουμε στα Γεωργιανά σύνορα. Παρατηρούν και αυτοί το θέμα των πινακίδων μας (που «λείπει» ένα «0») αλλά το λύνουν σε ένα λεπτό. Και εγώ παραξενεμένος ρωτάω τον ευγενικό συνοριοφύλακα: And now? Και η απάντηση άμεση: «Now Welcome to Georgia»!! Θέλουν να γίνουν Ευρωπαϊκό κράτος και τουλάχιστον στις διαδικασίες το έχουν καταφέρει. Ξεκινάμε λοιπόν να ανεβαίνουμε τον περίφημο military road. Μέσα στο φαράγγι το ποτάμι ακούγεται να κατεβαίνει με ορμή και δε χορταίνουμε τις εικόνες. Εν τω μεταξύ το κρύο αρχίζει και P1080303δυναμώνει. Και ανεβαίνουμε. Και νάσου ένα όμορφο χωριό που μου θυμίζει τον Πάπιγγο όπου μας προϋπαντούν εκατοντάδες πρόβατα: είναι το Stepantsminda – πρώην Kazbegi όπου προφανώς ανθεί η κτηνοτροφία! Είναι όμορφο μέρος να μείνει κανείς και ίσως κάναμε λάθος να μην το επιχειρήσουμε!

Και ο δρόμος συνεχίζει να ανεβαίνει, με μια καλή άσφαλτο που σε ωθεί να παίξεις με τη μηχανή. Και ξαφνικά όλα αλλάζουν. Εμφανίζονται κάποια τούνελ, και η άσφαλτος δίνει την θέση της σε πατημένο χώμα με μεγάλες λακκούβες που στην περίπτωσή μας ήταν γεμάτες νερό (λόγω βροχής). Ο Μιχάλης θα κοπανήσει άγρια την μπροστινή ζάντα σε μία από αυτές με αποτέλεσμα ένα γερό στράβωμα. Το κρύο αρχίζει να γίνεται αισθητό και στις άκρες του δρόμου, το χιόνι του χειμώνα δεν έχει ακόμα λιώσει! Και ανεβαίνουμε και ανεβαίνουμε! Και φτάνουμε στα 2.400 μέτρα! ο δρόμος είναι δύσκολος, αλλά η ομορφιά σε αποζημιώνει και 2-3 επιβατηγά αυτοκίνητα μαζί με 1-2 νταλίκες (!) δεν επιτρέπουν τα παράπονα! Λίγο μετά μας πιάνει το σκοτάδι και έτσι χάσαμε ένα μεγάλο μέρος της ομορφιάς (είτε όμως εικόνες που τράβηξαν οι Γάλλοι φίλοι μας, καθώς και στα http://www.youtube.com/watch?v=9ToUgkJi-J0, http://www.youtube.com/watch?v=FdhPfa-lH5w, http://www.youtube.com/watch?v=vgotFwnJXKQ). Υποθέτονταν λίγο την φυσική ομορφιά που μας περιτριγυρίζει, αρχίσουμε ταυτόχρονα να αγριευόμαστε λίγο: βλέπεις το σκοτάδι είναι απόλυτο και κανένα φως δεν διακρίνεται στο δρόμο, παρά μόνο που και που από κάποιο διασταυρούμενο αυτοκίνητο. Και για να γίνουν τα πράγματα πιο δύσκολα, αρχίζει και βρέχει! Ευτυχώς κάποια στιγμή, ενώ πλέον έχουμε αρχίσει να κατεβαίνουμε, και εγώ υπολογίζω να έχουμε κάνει περί τα 30 χλμ χωματόδρομου, ο δρόμος γίνεται πάλι άσφαλτος. Συνεχίζει να με παραξενεύει ότι δε βλέπουμε κανένα χωριό (ή τουλάχιστον τα φώτα του). Ακολουθούμε τις πινακίδες για Τιφλίδα και βλέπω ότι η βενζίνη έχει φτάσει στο όριο. Ευτυχώς κάποια στιγμή αρχίζει να φαίνεται και μια υποτυπώδης ζωή με μερικά σπίτια και ακόμα και μια πανσιόν (μου πέρασε απ΄ το μυαλό να τους πω να μείνουμε αλλά το διέγραψα άμεσα…).

Το Batumi από το ξενοδοχείο μας.

Το Batumi από το ξενοδοχείο μας.

Κάποια στιγμή οι πινακίδες δείχνουν ότι πλησιάζουμε στην Τιφλίδα. Και να και ένα βενζινάδικο δεξιά: στάση για ανασυγκρότηση. Εχουμε μουλιάσει αλλά η βροχή φαίνεται να σταματάει. Ο δρόμος ξαφνικά αποκτάει ζωή: ταβέρνες και αυτοκίνητα και κόσμος: κάποιο προάστιο που μαζεύει καλοφαγάδες. Και δεν αργούμε να μπούμε και στην Τιφλίδα: Glamour και ποτάμι και γέφυρες και φώτα και καζίνο! Σταματάμε δίπλα στο τελευταίο και το μάτι μου πιάνει μια πινακίδα που λέει youth hostel: εδώ είμαστε μονολογώ. Ο παρκαδόρος στο καζίνο είναι πρόθυμος να μας εξυπηρετήσει και να τηλεφωνήσει στον ιδιοκτήτη. Σε λίγη ώρα έχουμε κανονίσει να μείνουμε εκεί (11€ το άτομο), να αφήσουμε τις μηχανές στο parking του καζίνο και να μας προτείνουν και εστιατόριο να φάμε! Restaurant BEAR. Παραδοσιακό φαγητό και μπύρα και πληρώνουμε σε

Το youth hostel που μας φιλοξένησε στην Τιφλίδα.

Το youth hostel που μας φιλοξένησε στην Τιφλίδα.

Ευρώ (50€). Καλά ήταν. Welcome to Tbilisi.

Το επόμενο πρωί, η θέα από το ξενοδοχείο είναι όμορφη. Μπορεί οι άλλοι να μην καταδέχτηκαν το ντους αλλά εγώ δεν είχα τέτοιες αναστολές. Ετσι σε λίγο πίνουμε καφέ στην παλιά πόλη που είναι πανέμορφη. Ενω αντίστοιχα οι νέες παρεμβάσεις υποδηλώνουν μεγάλες ποσότητες κιτς! Πρέπει όμως να ξεκινήσουμε (ποιός μας κυνηγάει επί τέλους;). Βγαινουμε στην εθνική με κατεύθυνση το Batumi. Η γεωργιανή επαρχία είναι πανέμορφη. Μια σύντομη μπόρα μας αναγκάζει σε διάλλειμα, αλλά ξανά ο ήλιος κάνει την εμφάνισή του. Οταν σταματάει ο κεντρικός δρόμος, η ομορφιά του τοπίου μεγαλώνει. Εκθέσεις με πύλινα στην άκρη του δρόμου προσκαλούν τους περαστικούς να σταματησουν. Φεύγοντας η προοπτική ήταν να φτάσουμε στο Khashuri και εκεί να στρίψουμε προς Akhaltsikhe ώστε να βρούμε μετά το Vale )από όπου θα μπαίναμε Τουρκία). Ναγενένοι όμως από την ομορφιά του τοπίου (και λόγω και απουσίας πλοηγού – GPS) περάσαμε το Khashuri και φτάσαμε στο Kutaisi. Εκεί στη στάση για ανασυγκρότηση και με την βοήθεια του χάρτη, αλλά και ενός ντόπιου καταλάβαμε το λάθος μας… ΟΜΩΣ, υπήρχε ένας δρόμος που φαινόταν να ξεκινάει από Kutaisi και μέσω της Baghdati (όχι της γνωστής) να πηγαίνει προς Vale. Προχωρώντας προς Βαγδάτη ρωτάμε έναν ενήλικα αν πάμε καλά και αυτός ετοιμάζεται να καβαλήσει για να τον πάρουμε και αυτόν… δυστυχώς έχω πίσω τα σαμάρια… Σταματάμε στη Βαγδάτη για βενζίνη και ρωτάμε για Vale: πετάγεται ένας οδηγός φορτηγού και με νοήματα μας δίνει να καταλάβουμε ότι ο δρόμος είναι χάλια… μόνο για φορτηγά με τεράστιες ρόδες… Απογοήτευση! Παραδίπλα είναι η αστυνομία. Ρωτάμε και εκεί, όπου μας λένε – πάλι με νοήματα – ότι ο δρόμος είναι κακός μεν, αλλά ΟΚ για τις μηχανές! Άλλο που δε θέλαμε να ακούσουμε!

ο οποίος μετά από λίγο γίνεται κακός χωματόδρομος!

ο οποίος μετά από λίγο γίνεται κακός χωματόδρομος!

Ξεκινάμε την διαδρομή η οποία είναι καταπληκτική! Ελίσσεται μέσα σε ένα καταπράσινο φαράγγι με ένα ποτάμι να κυλάει στη μέση. Πού και που αγροτόσπιτα με πολλά ζώα και ανθρώπους που μας χαιρετάνε! “Τι χαζομάρες έλεγαν” μονολογεί ο Χρήστος. “Πίσω έχει η αχλάδα την ουρά” σκέφτομαι αλλά δεν λέω τίποτε. Κάποια στιγμή φτάνουμε σε ένα σημείο με μπάρα. Vale? ρωτάω. Μας ανοίγουν την μπάρα και προχωράμε. Τα κτίσματα αριστερά μας ανήκουν σε κάποιου είδους κλινική – νοσοκομείο. Μετά από 2-3 χλμ είναι η έξοδος, πάλι με μπάρα. Και μετά από περίπου 500 μέτρα αρχίζει ο χωματόδρομος! Ενας χωματόδρομος ομαλός στην αρχή, που σιγά – σιγά χειροτερεύει: κροκάλες και μεγάλες λακκούβες και που και που πεσμένοι κορμοί! Ωρα για σύσκεψη: είναι περασμένες 18.00 και με βάση το χάρτη έχουμε ακόμα τουλάχιστον 40 χλμ. Η λογική αυτή τη φορά (!) επικρατεί: επιστρέφουμε πίσω!

Είμαστε λίγο απογοητευμένοι, αλλά και μόνο που είδαμε αυτή την περιοχή καταγράφεται στα θετικά της εκδρομής (κάτι αντίστοιχο διαβάζουμε και δω όσον αφορά στην μη προσπελασιμότητα του εν λόγω δρόμου!). Ο δρόμος είναι μονόδρομος πλέον: πάμε για Μπατούμι. Η διαδρομή όμορφη αλλά μάλλον πάλι χάνουμε το καλύτερο μέρος αφού σκοτεινιάζει! Ξαφνικά από μακριά εμφανίζεται η φωτισμένη και γεμάτη νέον πόλη. Αποφασίζουμε να σταματήσουμε στα πρώτα ξενοδοχεία που βρίσκουμε (110€ για ένα δίκλινο και ένα τρίκλινο). ΟΚ μιας και η μηχανή μου δεν είναι για πολλά σταμάτα ξεκίνα όπως και όλοι οι οδηγοί… Μπάνιο τα γρήγορα και πάμε για την πόλη με σκοπό να κατευνάσουμε την πείνα μας… Άλλες οι βουλές του κυρίου όμως: Πλησιάζουν μεσάνυχτα και δεν βρίσκουμε τίποτε ανοιχτό που να προσφέρει φαγητό και είναι ίσως η μοναδική φορά στην εκδρομή. Μπαίνω σε ένα μινι μαρκετ που είναι ανοιχτό ενώ οι άλλοι γελάνε: Καταφέρνω με τα λίγα Γεωργιανά χρήματα που μας έχουν μείνει να πάρω 3 μπύρες, 3 ελιόψωμα και ξηρούς καρπούς. Την αράζουμε σε μια πλατεία και σχολιάζουμε αυτά που βλέπουμε: Όμορφα κτίρια, φωτισμένα μάλλον άσχημα, νέοι με ακριβά αυτοκίνητα να “σπινάρουν” μπροστά στο καζίνο, το άγαλμα της Μήδειας που κρατάει το χρυσόμαλλο δέρας (!) – βλέπετε το Μπατούμι ήταν μια πόλη της αρχαίας Κολχίδας! Ομως μπροστά από αυτά οι σύγχρονοι Γεωργιανοί, έχουν επενδύσει στην κατασκευή φουτουριστικών κατασκευών (κτιρίων και ουρανοξυστών) που δίνουν μια μορφή κιτς (στα δικά μας τουλάχιστον μάτια) στην πόλη.  Και φυσικά πίσω από την κουρτίνα είναι η πραγματική ζωή (όπως την βλέπουμε το άλλο πρωί φεύγοντας προς τα σύνορα).

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s